νοσφ-ίζω · nosph-izō — LSJ
Hom. only Med. and Pass., turn away, shrink back, νοσφισθείς ibid., Thgn. 94 ; νοσφίσατʼ Od. 11.425 : metaph., ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον Il. 2.81, 24.222.
c. gen., turn away from, τίφθʼ οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι; Od. 23.98.
c. acc., forsake, abandon, παῖδά τʼ ἐμὴν νοσφισσαμένην θάλαμόν τε πόσιν τε 4.263 ; elsewh. in Hom. of places, Κρήτης ὄρεα νιφόεντα νοσφισάμην ib. 19.339 ; νοσφισσαμένη τόδε δῶμα ib. 579, 21.77, 104 ; νοσφισθεῖσα θεῶν ἀγορήν h.Cer. 92 ; ὅρκον ἐνοσφίσθης Archil. 96 ; εἴ σε νοσφίζομαι if I forsake thee, S. OT 693 (lyr.).
after Hom. (ἀπονοσφίσσειεν first in h.Cer. 158) in Act., set apart, separate, remove, τινὰ ἐκ δόμων E. Hel. 641 (lyr.) ; βρέφος ματέρος ἀποπρό Id. IA 1286 (lyr.) ; τινὰ ἀπό τινος Lyc. 1331 ; τινα A.R. 2.793 : metaph., ν. τινὰ βίου separate him from life, i.e. kill him, S. Ph. 1427 ; τῷ νύ μʼ . . ἐκ βιότοιο νοσφίσατʼ (imper.) ἐσσυμένως Q.S. 13.282 ; ν. τινά alone, A. Ch. 438 (lyr.), Eu. 211 ; ν. τινὰ ἐρωμανίης AP 5.292 (Paul.Sil.).
deprive, rob, τινά τι one of a thing, Pi. N. 6.62 ; also ν. τινά τινος A. Ch. 620 (lyr.), E. Alc. 43 ; τοὺς θανόντας νοσφίσας ὧν χρῆν λαχεῖν Id. Supp. 539 ; γέροντʼ ἄπαιδα νοσφίσας, i. e. ὥστε ἄπαιδα εἶναι, Id. Andr. 1207 (lyr.).
Med., put aside for oneself, appropriate, purloin, νοσφίσασθαι ὁπόσα ἂν βουλώμεθα X. Cyr. 4.2.42, cf. SIG 993.21 (Calauria, iii B.C.), Plb. 10.16.6, Ἑλληνικά 1.18 (Gytheum, i A.D.) : in pf. Pass., νενοσφισμένος πολλά Str. l.c., cf. Plu. l.c. : ν. ἀπὸ τῶν ἀμφιτάπων, ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος, ἀπὸ τῆς τιμῆς, appropriate part of . . , PCair.Zen. l.c., LXX Jo. 7.1, Act.Ap. 5.2 ; ἐκ τοῦ χρήματος Ath. 6.234a : abs., PPetr. 3p.162 (iii B.C.), Ep.Tit. 2.10.
Med. in act. sense, deprive, rob, σφʼ ἀδελφὸς χρημάτων νοσφίζεται E. Supp. 153, cf. A.R. 4.1108.
in later poets, remove, τοὺς . . ἀπὸ Ξάνθοιο . . πνοιαὶ νοσφίσσαντο D.P. 684 ; νοσφίσατʼ ἐκ θυμοῖο καὶ ἡδέος ἐκ βιότοιο Q.S. 10.79.—Rare in Att. Prose.