ὀψοποι-ός · opsopoi-os — LSJ
one who cooks food, a cook, distd. from ἀρτοκόπος or ἀρτοποιός, Hdt. 9.82, X. HG 7.1.38, Cyr. 5.5.39; from σιτοποιός, ib. 8.5.3, Pl. Grg. 517e; from μάγειρος, Id. R. 373c, cf. Tht. 178d; οὐκέτι μάγειρος ὀ. δʼ ἐστί που Dionys.Com. 2.9; τὸν ὀ. σκευάσαι χρηστῶς μόνον δεῖ τοὖψον Alex. 149.6: metaph., τοὺς εἰωθότας τῶν λόγων ὀ. Chor. Brum. 14.18.