παραυδάω · paraudaō — LSJ
console, encourage (Hom. only in Od.), μύθοις ἀγανοῖσι παραυδήσας Od. 15.53 ; μειλιχίοις ἐπέεσσι παραυδῶν 16.279, cf. Q.S. 5.261 ; μὴ ταῦτα παραύδα, χρῶτʼ ἀπονίπτεσθαι do not coax me thus, to wash, Od. 18.178.
c. acc. rei, speak lightly of, make light of, μὴ δή μοι θάνατόν γε παραύδα 11.488.