προαιρ-έω · proair-eō — LSJ
bring forth, produce from oneʼs stores, προαιρούσαις λαθεῖν (prob. l.) ἄλφιτον, ἔλαιον κτλ. Ar. Th. 419; ἰσχάδας Pherecr. 68; τὸν σῖτον . . ἐντεῦθεν προαιροῦντας πωλεῖν Th. 8.90; ἐκ τοῦ ταμιείου Thphr. Char. 4.6, cf. Men. Sam. 15, Luc. Rh.Pr. 17, Babr. 1.c.
mostly Med., late impf. ἐπροῃρούμην Ph. 1.72 codd.: fut. -αιρήσομαι: aor. -ειλόμην: pf. Pass. (in med. sense) -ῄρημαι (v. infr.):—take away first for oneself, [ἀστραγάλους] ἐκ φορμίσκων Pl. Ly. 206e; remove, Ῥωμαίων τὰς ἀφορμάς Plb. 16.29.1.
elect previously, τινὰς ἐκ τοῦ πλήθους Arist. Pol. 1298b27 (s.v.l.); προελομένου τοῦ δήμου θεωρούς Inscr.Prien. 108.152 (ii B.C.).
prefer, τοῦ παρόντος κινδύνου τὸν μέλλοντα Hdn. 6.8.6: but mostly folld. by a Prep., πρὸ τοῦ κεκινημένου τὸν σώφρονα προαιρεῖσθαι φίλον Pl. Phdr. 245b; ἀντὶ ἀρετῆς . . οὐδʼ ἂν τὰ Σύρων . . πάντα προέλοιντο X. Cyr. 5.2.12; κριτικήν τινα [ἐπιστήμην] ἐκ τῶν ἄλλων προειλόμεθα Pl. Plt. 292b.
c. acc. only, choose deliberately, prefer, οὔτε Λακεδαίμονα προῃροῦ οὔτε Κρήτην Pl. Cri. 52e, cf. Prt. 327a, La. 200e, Luc. DMort. 26[15].1, etc.; βιοῖ . . οὐδεὶς ὃν προαιρεῖται βίον Men. Mon. 65; ἃ λυσιτελεῖ προελέσθαι D. Ep. 3.31; οὐ προσήκοντας . . προῃρῆσθαι λόγους Id. 18.129; τῷ προαιρεῖσθαι τἀγαθὰ ἢ τὰ κακὰ ποιοί τινές ἐσμεν Arist. EN 1112a2, cf. Rh. 1382a35; τοῦτον τὸν ἀγῶνα προελόμενος having undertaken, Lycurg. 5; πολλὰ καὶ καλὰ καὶ μεγάλʼ ἡ πόλις προείλετο διʼ ἐμοῦ D. 18.285; ταύτην π.
c. inf., choose deliberately to do, Lys. 30.31, Pl. Demod. 381b, Arist. Pol. 1315a26, IG 2(2).448.53; π. τὸ κατεπεῖγον μᾶλλον πράττειν ἤ . . X. Mem. 2.1.2.
purpose or propose to do, εὖ δρᾶν προῃρημένος Democr. 96; ὑπὲρ ἐμοῦ προῄρησαι λέγειν Pl. Phlb. 28b; εἰ προαιρησόμεθα . . τούτου μεμνῆσθαι D. 18.176; π. λαβεῖν Arist. Pol. 1290b25: with inf. omitted, πλὴν ὧν ἐγὼ προειλόμην (sc. πρᾶξαι) D. 18.190, cf. Arist. EN 1136b15, Pol. 1301a19.