σαρδάνιος · sardanios — LSJ
an Adj. used of bitter or scornful smiles or laughter, μείδησε δὲ θυμῷ σαρδάνιον μάλα τοῖον Od. 20.302; so ἀνεκάγχασε μάλα σαρδάνιον Pl. R. 337a; ὑπομειδιάσας σαρδάνιον Plb. 18.7.6; τί μάταια γελᾷς . . ; τάχα που σαρδάνιον γελάσεις AP 5.178 (Mel.); πεφύλαξο σίνεσθαι, μὴ καὶ σ. γελάσῃς APl. 16.86; ridere γέλωτα σαρδάνιον Cic. Fam. 7.25.1. (Perh. connected with σεσηρώς, grinning, sneering, Sch. Pl. l.c.; cf. σαρδάζων· μετὰ πικρίας γελῶν, Phot., Suid. —The common expl. given of this laugh was that