σῑτ-έω · sit-eō — LSJ
take food, eat, κλίσιον ἐν τῷ σιτέσκοντο Od. l.c., cf. Hdt. 1.94, 133, Pl. Ap. 36d; οἱ ἐν τῷ Μουσείῳ σιτούμενοι BGU 73.4 (ii A.D.), etc.
c. acc., feed on, eat, ἰχθῦς, καρποὺς σιτέεσθαι, Hdt. 1.200, 202, cf. 71; ἐλπίδας A. Ag. 1668; ἀπομαγδαλιάς Ar. Eq. 414; τὴν σοφίαν Id. Nu. l.c.; ὅπως, οἷς αὐτὸς σιτοῖτο σίτοις, τούτοις ὅμοια παρατίθοιτο αὐτ X. Cyr. 8.2.3; κρέας σ. Theoc. l.c.
eat of, ἀπό τινος Hld. 2.23; τινι Scymn. 854.