σκην-έω · skēn-eō — LSJ
to be or dwell in a tent, encamp, also generally, to be quartered or billeted, οἰκίαι . . ἐν αἷς αὐτοὶ ἐσκήνησαν (v.l. -ωσαν, -ουν) Th. 1.89; ἐν τῇ οἰκίᾳ -οῦντι PSI 4.340.13 (iii B.C.); αἱ κῶμαι ἐν αἷς ἐσκήνουν X. An. 1.4.9; κατὰ ναῦν ἔμελλον οἱ ναῦται -ήσειν Id. HG 5.1.20; ἐσκήνησαν εἰς κώμας went to villages and quartered themselves there, Id. An. 7.7.1; πρὸς τῷ ὄρει -οῦντος Id. HG 4.6.7; ἐν τῷ ὄρει, ἔνθαπερ ἐσκήνουν Id. An. 4.8.25; ἐσκήνουν ἐν τῷ αἰγιαλῷ ib. 6.4.7, etc.; οἴκοι -οῦντας, ἔξω -ο