σκευάζω · skeuazō — LSJ
prepare, make ready, esp. prepare or dress food, [πρόβατα] Hdt. 1.207, cf. 73; ὅ τι ἄν τις . . σκευάσῃ Ar. Eq. 53; ἄλφιτα ib. 1104 (Pass.); ὄψον Alex. 49, Philem. 79.2, Thphr. Char. 20.9; τὸ δεῖπνον Pl.Com. 46.2; θοίνη Pl. Tht. 178d (Pass.); σ. ἑλλέβορον μετὰ φαρμάκου Str. 9.3.3; κρέα ὀπτὰ σ. D.S. 2.59: metaph., ἐπίστασαι τὸν σαῦρον ὡς δεῖ σκευάσαι; Alex. 133.1; περικόμματʼ ἐκ σοῦ -άσω make mincemeat of you, Ar. Eq. 372; ὑμᾶς . . φρυκτοὺς σκευάσω Id. V. 1331:—Med., prepare for oneself, and then
generally, make ready, arrange, Hdt. 1.80; make a barrier, IG 1(2).44.9; κέραμον σ. ib. 313.164; χαλινὸν . . χαλκεῖ ἐκδιδόντα σκευάσαι giving it him to make, Pl. Prm. 127a; σ. ἡδονάς provide, procure, Id. R. 559d:—Med., σ. τόξʼ ἑαυτοῦ παισί made his arrows ready for (i.e. against) them, E. HF 969; contrive, bring about, πόλεμον, προδοσίην σ., Hdt. 5.103, 6.100.
collect σκεύη, of a burglar, h.Merc. 285:—Med., c. acc., Lys. Fr. 54, Din. Fr. 89.31.
of persons, furnish, supply, only in Pass., σιτίοισι εὖ ἐσκευασμένος καὶ προβάτοισι Hdt. 1.188; ποταμοῖσι οὕτω Σκύθαι ἐσκευάδαται Id. 4.58; ἐς πρᾶγμα νεοχμὸν ἐσκευάσμεθα E. Supp. 1057.
dress up, τὴν γυναῖκα σ. πανοπλίῃ Hdt. 1.60; ἄνδρας τῇ τῶν γυναικῶν ἐσθῆτι Id. 5.20; τὴν ἀδελφεὴν ὡς εἶχον ἄριστα ib. 12; σ. τινὰ ὥσπερ γυναῖκα Ar. Th. 591; χοίρως ὑμὲ -άσας Id. Ach. 739; σ. [αὐτὴν] ὡς ἐδύνατο κάλλιστα X. An. 6.1.12; οὕτω σκευάσαντες ἑαυτούς Plu. Caes. 31; also σ. τοὺς θεράποντας ἐς ὑπηρέτας, ἐς στρατιώτας, App. BC 4.45, 46; σ. εἴδωλόν τινι dress up an effigy of him, Hdt. 6.58:—Pass., ἐσκευασμένοι accoutred, Th. 4.32; εὐνοῦχος ἐσκευασμένος dressed up as . ., Ar. Ach. 121; rarely
cheat, cozen, Men. Sam. 254. (From iii B.C. sts. written σκεα-, as παρασκεαστέον PTeb. 703.248.)