1. σκιμβός · skimbos — Beekes
σκιμβός [adj.] = χωλός, σκαμβός ‘lame, crooked’ (H., sch. Ar. Nu. 254).
*DER σκιμβάζει: χωλεύει ‘is or becomes lame’ (Ar. Fr. 853, H.), to which σκιμβασμός: φιλήματος εἶδος ‘kind of kiss’ (H.). Semantically unclear is σκιμβάδες: ὕλη εὔθετος εἰς τοίχων ἐπίθεσιν, σκέπης χάριν (H.). Seemingly primary is σκίψαι: ὀκλάσαι. Ἀχαιοί ‘to squat (Achaean)’ (H.). Without σ-: κιμβάζει: στραγγεύεται (στρατ- cod.) ‘to … — [Beekes, s.v. σκιμβός, p. 1403] 2. σκιμβός · skimbos — Chantraine
σκιμβός : χωλός, σκαμθός (Hsch., sch. Ar. Nuées 254), d’où σκιμθάζει * χωλεύει (Hsch., Ar. fr. 853) et σχιμδασμός * φιλήματος el8oc (Hsch.) si le lemme est correct. On évoque aussi σκιμθάδες * ὕλη εὔθετος εἰς τοίχων ἐπίθεσιν, σκέπης χάριν (Hsch.), sans pouvoir établir un lien sémantique. Toutes ces formes peuvent être tirées de σχίψαι * ὀχλάσαι. ᾿Αχαιοί (Hsch.}. Selon Bechtel, Æ. Personennamen 493, variante Foxou66ç … — [Chantraine, s.v. σκιμβός, p. 1038]
3. σκιμβός · skimbos — Frisk
σκιμβός -- χωλός, σκαμβός (H., Sch. Ar. Nu. 254) mit σκιμβάξει" χωλεύει (Ar. Fr. 853, H.), wozu σπιμβασμός" φιλήματος εἶδος H. Semantisch unklar σκιμβάδες" ὕλη εὔϑετος eis τοίχων Enideow, σκέπης χάριν H. Anscheinend primär σκίψαι" ὀκλάσαι. Ἀχαιοί H. — Ohne o-: κιμβάξει" στραγγεύεται (στρατ- cod.) H.; ὀκιμβάξειν (6- von ὀκλάζειν 3)" διατρίβειν καὶ στραγγεύεσθαι (orearcod.) H. (Phot.). — Volkstümliche Wörter, die sich … — [Frisk, s.v. σκιμβός, p. 1704]
4. σκιμβός · skimbos — LSJ
halthalt, Hsch., cf. Sch. Ar. Nu. 254.