τᾰλαντ-εύω · talant-euō — LSJ
balance, sway to and fro, τ. τι ἐν ὀφθαλμοῖς let it hover before them, Hld. 8.17; τ. τὰ καθʼ ἡμᾶς ἡ μοῖρα Id. 10.9:—Pass., sway backwards and forwards, ebb and flow, διὰ τὸ ταλαντεύεσθαι [τὴν θάλατταν] δεῦρο κἀκεῖσε Arist. Mete. 354a8; τῆς μάχης δεῦρο κἀκεῖσε ταλαντευομένης D.S. 11.22, cf. 16.4; ῥέπει καὶ τ. πρὸς τοὐναντίον Plu. QConv. 2.682e.
weigh out, measure out, ὕδασι (i.e. by the κλεψύδρα) ἠελίοιο ταλαντεύουσι κελεύθους AP 9.782 (Paul.Sil.); Τιτὰν νύκτα ταλαντεύει καὶ φάος App.Anth. 4.74 (Synesius); τούτων σὺ τὴν αἵρεσιν τ. Alciphr. 1.8:—Pass., τὸ ζῆν οὐδʼ ὑπὸ τούτοις ταλαντεύεται ib. 25.
intr., oscillate, ἐπὶ θάτερα Arist. IA 708b14.
intr., weigh down the balance, τῇ μὲν ἐταλάντευε τὸ ἔλεος, τῇ δʼ ἀντέβριθεν ὁ νόμος Ph. 2.170.