τεχνολογ-έω · technolog-eō — LSJ
prescribe as a rule of art, Arist. Rh. 1354b17: abs., τῶν τεχνολογούντων ib. 1356a11; τ. περί τινος ib. 1354b26; καθʼ ἑαυτὸν τ. Com.Adesp. 345:—Pass., τὰ τεχνολογούμενα rules of art, S.E. M. 11.40, P. 2.247; -ουμέναις παρακλήσεσιν Iamb. Protr. 21; τὴν θηριακήν, περὶ ἧς ἡμῖν ὁ πᾶς οὗτος λόγος . . τετεχνολόγηται Gal. 14.230.