τειχ-ίζω · teich-izō — LSJ
build a wall, Ar. Av. 838, Th. 1.64, etc.: c. acc. cogn., τ. μακρὰ τείχη build them, Id. 5.82:—Med., τεῖχος ἐτειχίσσαντο they built them a wall, Il. 7.449, cf. Th. 3.105, And. 3.38 (ἐτειχίσαμεν codd.); ἔρυμα τῷ στρατοπέδῳ ἐτειχίσαντο Th. 1.11:—Pass., to be built, πύργος τετείχισται Pi. I. 5(4).44; ὕμνων θησαυρὸς τετείχισται Id. P. 6.9.
form a wall, τῇ τῶν ἀσπίδων προβολῇ ὥσπερ τειχίσαντες Hdn. 6.5.10.
trans., wall, fortify, ὄρος Hdt. 1.175, etc.; τὸν Πειραιᾶ And. 3.5; τὴν πόλιν, τὸν κρημνόν, Th. 1.93, 6.101; στρατόπεδα δύο Id. 3.6; λίθοις τ. τὴν πόλιν D. 18.299; χαλκοῖς τείχεσι τὴν χώραν Aeschin. 3.84; Μαγνησίαν D. 1.22:—Med., τειχίζεσθαι τὸ χωρίον Th. 4.3:— Pass., Ἀθηναῖοι ἐτειχίσθησαν Id. 1.93; τὰ τετειχισμένα the fortified parts, Id. 4.9; ἐτετείχιστο . . τὰ βασιλήϊα περιβόλῳ stood enclosed by a surrounding wall, Hdt. 1.181: metaph., [Αἴγυπτον] τῷ Νείλῳ τετειχισμένην Isoc. 11.12; ἀσφάλειαν