θρην-έω · thrēn-eō — LSJ
sing a dirge, wail, Μοῦσαι δʼ ἐννέα πᾶσαι ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ θρήνεον Od. 24.61; τίς ὁ θρηνήσων; A. Ag. l.c.; τίς . . ἔσθʼ ὁ θρηνῶν; Ar. Nu. 1260; θ. πρὸς τύμβον A. Ch. 926; θ. καὶ ὀδύρεσθαι Pl. Ap. 38d; πρὸς σφᾶς αὐτούς Isoc. 8.128: c. acc. cogn., στονόεσσαν ἀοιδὴν . . ἐθρήνεον were singing a doleful dirge, Il. 24.7221; γόον θ. A. Fr. 291; ὀξυτόνους ᾠδάς S. Aj. l.c.; ἐπῳδάς ib. 582; ὕμνους, of the nightingale, Ar. Av. 211 (lyr.); φθόγγους ἀλύρους Alex. 162.7:—Pass., ἅλις μοι τεθρήνηται γόοις S
c. acc., bewail, θ. πόνους A. Pr. 615; τὸν θάνατον Pl. Phd. 85a; ὅσα τὸν . . ἐμὸν θρηνῶ πατέρα S. El. 94 (anap.), cf. 530, Ev.Luc. 23.27, etc.; τὸν φύντα E. Fr. 449:—so also Med., ἄκος γὰρ οὐδὲν τόνδε θρηνεῖσθαι A. Pr. 43:—Pass., to be lamented, S. Aj. 852, Fr. 653.