τρεπ-τικός · trep-tikos — LSJ
causing change in, δύναμις -κὴ τῆς ὕλης Plot. 2.3.17; epith. of the sign Libra, Heph.Astr. 1.1 [1.17]:—f.l. for θρεπτικός, Max.Tyr. 10.2.
Adv. -κῶς, κινοῦσι τὴν γῆν οὐ μεταβατικῶς ἀλλὰ τρεπτικῶς τροχοῦ δίκην by revolution, Placit. 3.13.3.