ὑπέρκομπος · hyperkompos — LSJ
overweening, arrogant, τὸν ὑ. θηρῶσα Φάωνʼ Men. 312 (anap.); ταῖς ὑπερκόμποις σαγαῖς A. Th. 391; σῆμʼ ὑπέρκομπον τόδε ib. 404; τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν φρονημάτων Id. Pers. 827; ὑπερκόμπῳ θράσει ib. 831: c. dat. modi, αἱ δʼ ὑπέρκομποι τάχει [νῆες] extraordinary, ib. 342 (s. v. l.). Cf. sq.