ὑπερμεγέθ-ης · hypermegeth-ēs — LSJ
= ὑπέρμεγας, [λίθοι], ὄφιες, κέρεα, Hdt. 2.175, 4.191, 7.126; κυούμενον Sor. 2.55; ἀδίκημα Aeschin. 3.7; παρασκευάς Isoc. 9.61; εὐεργεσίαι, ψεῦδος, D. 18.316, 43.29; μηδὲν ὑ. τὴν πόλιν βλάψειν Id. 23.190; ὑ. ἔργον exceedingly difficult, X. Cyr. 1.6.8. Adv. -θως Ph. 1.103; κολάζεσθαι Phld. Ir. p.57 W.