ὑπέρφευ · hyperpheu — LSJ
= ὑπερφυῶς, excessively, overmuch, φλεόντων δωμάτων ὑ. A. Ag. 377 (lyr.); οὐχ ὑ. θνητὸν ὄντα χρὴ φρονεῖν Id. Pers. 820; τί τὴν τυραννίδα τιμᾷς ὑ.; E. Ph. 550; φέρεις ὑ. τὰς τύχας Id. HF 1321:—Hsch. explains it by ὑπεράγαν; and in Phryn. PS p.89B. ( = Cratin. 359) we have μηδὲν ὑπέρφευ· ἐπὶ τοῦ μηδὲν ἄγαν.