ὑπολάμπ-ω · hypolamp-ō — LSJ
shine under, ὁ ἥλιος εἰς τὰς παστάδας ὑ. X. Mem. 3.8.9; ὑ. τὰ ὄμματα καθεύδοντος, of a lion, Plu. QConv. 2.670c:— Med., τέφρῃ πῦρ ὑπολαμπόμενον AP 12.80 (Mel.).
begin to shine, ὡς τὸ ἔαρ ὑπέλαμπε Hdt. 1.190, cf. Ael. NA 8.22; ἕως ὑ. ib. 10.50; ὑ. ἡ ἡμέρα Plu. Ant. 49: metaph., ὑ. τὸ ἦθος ταῖς παρειαῖς Poll. 2.87.