ὑπόσκῐ-ος · hyposki-os — LSJ
overshadowed, shaded, ὑ. ἐν ψυκτηρίοις A. Fr. 146; νιφάδι . . ὑ. θήσει χθόνα ib. 199.8; ὑ. στόματα, of suppliants, shaded by their olive-branches (ἱκετηρίαι), Id. Supp. 656 (lyr.); opp. ὑπαίθριος, Thphr. CP 1.17.3; ὑ. περίπατοι Plu. Alex. 7.—In Alciphr. 1.39, leg. ὑπόσκιος (-οις codd.) . . δάφναις . . κατάκλισις.