ὑψηλός · hypsēlos — LSJ
high, lofty, θάλαμος Od. 1.426; πύργος Il. 3.384, etc.; of a highland country, χώρη ὀρεινὴ . . καὶ ὑψηλή Hdt. 1.110; ὑψλὰ χωρία Th. 3.97; and ὑψηλά alone, Pl. Lg. 732c; ἐφʼ ὑψηλοῦ εἶναι, καθῆσθαι, X. HG 4.5.4, Luc. Rh.Pr. 6; ἐν ὑψηλῷ τινι καταστάς Plu. Eum. 17; ἀπὸ ὑψηλοῦ κρεμασθείς Pl. Tht. 175d; ἀφʼ ὑψηλοτέρου καθορῶντες X. HG 6.2.29; ἐποικοδομήσαντες ὑψηλότερον [τὸ τεῖχος] Th. 7.4. Adv., -λῶς καθήμενος Pherecr. 64.
metaph., high, lofty, stately, proud, ὄλβος, ἀρεταί, κλέος, Pi. O. 2.22, 5.1, P. 3.111; τέχνη θεσπεσία τις καὶ ὑ. Pl. Euthd. 289e; ὑ. καὶ χαύνη ἐλπίς Id. Ep. 341e; ὑψηλὰ κομπεῖν talk high and boastfully, S. Aj. 1230.
of persons, opp. δυσδαίμων, E. Hel. 418; ἀφʼ ὑψηλῶν βραχὺν ᾤκισε Id. Heracl. 613 (lyr.); ἐπὶ τοῖς ἐμοῖς κακοῖς ὑ. εἶναι Id. Hipp. 730; ἐπὶ τούτοις ὑ. ἐξαρεῖν αὑτόν Pl. R. 494d, cf. And. 3.7, Aeschin. 2.174; [δαίμονα] ὑ. αἴρειν E. Supp. 555; τὸ νέον ἅπαν ὑ. καὶ θρασύ Metrod. Fr. 57; αὑτὸν παρέχειν -ότερον λημμάτων Luc. Nigr. 25; ὑ. τῷ ἤθει Plu. Dio 4.
upraised, i.e. mighty, ἐν βραχίονι -λῷ LXX Ex. 6.1, al.
of poets, sublime, Longin. 40.2; τὰ -ότερα the loftier, sublimer thoughts or language, Id. 43.3; ὑ. λέξις, λόγος, D.H. Lys. 13, Plu. Per. 5. Adv. -λῶς Gal. 10.12.