laughter, γέλῳ ἔκθανον Od. 18.100; γέλω . . παρέχουσαι 20.8; ἄσβεστον γέλω (v.l. γέλον) ὦρσεν ib. 346; ἄσβεστος δʼ ἄρʼ ἐνῶρτο γέλως . . θεοῖσι Il. 1.599; γέλων δʼ ἑτάροισιν ἔτευχε Od. 18.350; γέλων δʼ ἔθηκε συνδείπνοις E. Ion 1172; γέλωτα ποιεῖν, μηχανᾶσθαι, κινεῖν, X. Cyr. 2.2.11 and 14, Smp. 1.14; παρασκευάζειν Pl. Lg. 669d; γέλων ξυντιθέναι, γέλωτα ἄγειν, S. Aj. 303, 382; γ. ἔχει τινά Od. 8.344; γ. ἂν γίγνοιτο Pl. Plt. 295e; γέλωτος καταρραγέντος Ath. 5.211c (so in Act., πολλοὺς κατέρρηξεν ἡμ
metaph. of waves, = γέλασμα, Opp. H. 4.334.
occasion of laughter, food for laughter, γ. γίγνομαί τινι S. OC 902; ταῦτʼ οὐ γ. κλύειν ἐμοῦ; E. Ion 528; γέλωτά τινα τίθεσθαι Hdt. 3.29, 7.209; ἀποδεῖξαι Pl. Tht. 166a; εἰς γ. τρέπειν, ἐμβάλλειν, Th. 6.35, D. 10.75; ἐν γέλωτι ποιεῖσθαί τι Luc. Hist.Conscr. 32, etc.; γ. ἔσθʼ ὡς χρώμεθα τοῖς πράγμασι D. 4.25; ὅσα γὰρ . . , πλείων ἐστὶ γ. τοῦ μηδενός Id. 14.26.
dimple in the hinder parts, Luc. Am. 14.