καταδαρθάνω · katadarthanō — LSJ
fall asleep, mostly in aor., to be asleep, ἐν θάμνοισι κατέδραθον Od. 7.285, cf. 23.18; τὼ δʼ ἐς δέμνια βάντε κατέδραθον 8.296; καδδραθέτην, for κατεδραθέτην, 15.494; εἰ δέ κεν . . καταδράθω 5.471; ἔασον . . καταδαρθεῖν τί με Ar. Nu. 38; ὁ μακαρίτης οἴχεται, κατέδαρθεν Ar. Fr. 488.11, cf. Hp. Epid. 5.37, X. Ages. 9.3: in pres., to be falling asleep, opp. ἀνεγείρεσθαι (to be waking), Pl. Phd. 71d, 72b.
pass the night, κατέδαρθον ἐν Θησείῳ ἐν ὅπλοις Th. 6.61: so in pf., Pl. Smp. l.c.