ψῡχ-ή
LSJ — Liddell, Scott, Jones, A Greek-English Lexicon entry for ψῡχ-ή. Public-domain lexicon entry.
- Route Family
- Words
- Robots Policy
- Public route
- Sitemap Inclusion
- included
- Source Gate
- Landing honesty gate
- Receipt Pointer
- none
- Closed Claim
- Documentation only
LSJ — Liddell, Scott, Jones, A Greek-English Lexicon · Layer Bopen lexicon
life, λύθη ψ. τε μένος τε Il. 5.296, etc.; ψ. τεκαὶ αἰών 16.453, cf. Od. 9.523; θυμοῦ καὶ ψ. Il. 11.334, Od. 21.154; λαυκανίην, ἵνα τε ψυχῆς ὤκιστος ὄλεθρος Il. 22.325; ψυχὰς παρθέμενοι at hazard of their lives, Od. 3.74, 9.255; αἰεὶ ἐμὴν ψ. παραβαλλόμενος Il. 9.322; λίσσουʼ ὑπὲρ ψ. καὶ γούνων by your life, 22.338; so ἀντὶ ψ. S. OC 1326: but περὶ ψ. to save their life, Od. 9.423; περί τε ψυχέων ἐμάχοντο 22.245; περὶ ψ. θέον Ἕκτορος Il. 22.161; τρέχων περὶ τῆς ψ. Hdt. 9.37; τῆς ἐμῆς περὶ ψ. A. Eu
metaph. of things dear as life, χρήματα γὰρ ψ . . . βροτοῖσι Hes. Op. 686; πᾶσι δʼ ἀνθρώποις ἄρʼ ἦν ψ. τέκνʼ E. Andr. 419; τἀργύριόν ἐστιν αἷμα καὶ ψ. βροτοῖς Timocl. 35; so as an endearing name, Hld. 1.8, al.; ζωὴ καὶ ψ. Juv. 6.195; ψ. μου Mart. 10.68.
in Hom., departed spirit, ghost (ὑποτίθεται [Ὅμηρος] τὰς ψ. τοῖς εἰδώλοις τοῖς ἐν τοῖς κατόπτροις φαινομένοις ὁμοίας . . ἃ καθάπαξ ἡμῖν ἐξείκασται καὶ τὰς κινήσεις μιμεῖται, στερεμνιώδη δὲ ὑπόστασιν οὐδεμίαν ἔχει εἰς ἀντίληψιν καὶ ἁφήν Apollod. Hist. Fr. 102(a) J.); ψ. Πατροκλῆος . . πάντʼ αὐτῷ . . ἐϊκυῖα Il. 23.65: freq. in Od. 11, ψ. Ἀγαμέμνονος, Ἀχιλῆος, etc., 387, 467, al.; ψ. καὶ εἴδωλον Il. 23.104, cf. 72, Od. 24.14; ψ. κατὰ χθονὸς ᾤχετο τετριγυῖα Il. 23.100; ψυχὰς ἡρώων, opp. αὐτούς, 1.3
the immaterial and immortal soul, first in Pindar, ἐς τὸν ὕπερθεν ἅλιον κείνων . . ἀνδιδοῖ [Φερσεφόνα] ψυχὰς πάλιν Fr. 133, cf. Pl. Men. 81b; εἰπόντες ὡς ἀνθρώπου ψ. ἀθάνατός ἐστι Hdt. 2.123; ἀγένητόν τε καὶ ἀθάνατον ψ. Pl. Phdr. 246a, cf. Phd. 70c, al.; ἀθάνατος ἡμῶν ἡ ψ. καὶ οὐδέποτε ἀπόλλυται Id. R. 608d; ἁ ψ. τῷ σώματι συνέζευκται καὶ καθάπερ ἐν σάματι τέθαπται Philol. 14, cf. Pl. Cra. 400c: hence freq. opp. σῶμα, ψ. καὶ σῶμα X. Mem. 1.3.5, cf. An. 3.2.20; ψ. ἢ σῶμα ἢ συναμφότερον, τὸ ὅλον τ
the conscious self or personality as centre of emotions, desires, and affections, χερσὶ καὶ ψυχᾷ δυνατοί Pi. N. 9.39; μορφὰν βραχύς, ψυχὰν δʼ ἄκαμπτος Id. I. 4(3).53(71); ἐνίους τῶν καλῶν τὰς μορφὰς μοχθηροὺς ὄντας τὰς ψ. X. Oec. 6.16; θνητοῦ σώματος ἔτυχες, πειρῶ τῆς ψ. ἀθάνατον μνήμην καταλιπεῖν Isoc. 2.37; opp. material blessings, κτεάνων ψ. ἔχοντες κρέσσονας Pi. N. 9.32; μήτε σωμάτων ἐπιμελεῖσθαι μήτε χρημάτων . . οὕτω σφόδρα ὡς τῆς ψ. ὅπως ὡς ἀρίστη ἔσται Pl. Ap. 30b, cf. 29e: hence regarde
of various aspects of the self, ἐν πολέμοιο μάχαις τλάμονι ψ. παρέμειν) enduring heart, Pi. P. 1.48; διεπειρᾶτο αὐτοῦ τῆς ψ. Hdt. 3.14, ἦν ηὰρ . . ψυχὴν οὐκ ἄκρος poor-spirited, Id. 5.124; ψυχὴν ἄριστε πάντων Ar. Eq. 457; καρτερὰν ψ. λαβεῖν Id. Ach. 393; κράτιστοι ἂν τὴν ψ. κριθεῖεν Th. 2.40; τοῖς σώμασι δύνανται τὰς δὲ ψ. οὐκ ἔχουσιν Lys. 10.29; ὁ γὰρʼ λόγχην ἀκονῶν καὶ τὴν ψ. τι παρακονᾷ X. Cyr. 6.2.33, cf. Oec. 21.3.
of the emotional self, ὑπείργασμαι μὲν εὖ ψυχὴν ἔρωτι E. Hipp. 505, cf. 527 (lyr.); πάνυ μου ἡ ψ. ἐπεθύμει X. Oec. 6.14; τίνα ποτὲ ψ. ἔχων; Lys. 32.12; τίνʼ οἴεσθʼ αὐτὴν ψ. ἕξειν, ὅταν ἐμὲ ῒδῃ; how will she feel? D. 28.21; μία ψ., prov. of friends, Arist. EN 1168b7; ψ. μία ἤστην prob. in Phryn. PS p.128B.; of appetite, ψυχῇ διδόντες ἡδονήν A. Pers. 841 (s. v.l.), cf. Epich. 297, Theocr. 16.24; λίχνῳ δὲ ὄντι τὴν ψ. Pl. R. 579b; τῷ δὲ ἡ ψ. σῖτον μὲν οὐ προσίετο, διψῆν δʼ ἐδόκει X. Cyr. 8.7.4.
of the moral and intellectual self, ἀπὸ πάμπαν ἀδίκων ἔχειν ψ. Pi. O. 2.70; ψ. τε καὶ φρόνημα καὶ γνώμην S. Ant. 176; ἀρκεῖν . . κἀντὶ μυρίων μίαν ψ. τάδʼ ἐκτίνουσαν, ἢν εὔνους παρῇ Id. OC 499; ψ. γὰρ εὔνους καὶ φρονοῦσα τοὔνδικον Id. Fr. 101; ἡ κακὴ σὴ ψ. Id. Ph. 1014; ψυχῆς κατήγορος κακῆς X. Oec. 20.15, cf. Pl. R. 353e; ἡ βουλεύσασα ψ. Antipho 4.1.7, cf. Pl. Lg. 873a; τὸ σῶμα ἀπειρηκὸς ἡ ψ. συνεξέσωσεν . . διὰ τὸ μὴ ξυνειδέναι ἑαυτῇ the mind conscious of innocence, Antipho 5.93; τὸ ἐπιμελεῖσθ
of animals, ψ. μεγαλόφρων, of a horse, X. Eq. 11.1; θηρίων ψ. ἡμεροῦμεν Isoc. 2.12; ψ. χηνός, ὀρτυγίου, Eub. 101, Antiph. 5.
of inanimate things, πᾶσα πολιτεία ψ. πόλεώς ἐστιν Isoc. 12.138, cf. 7.14; ἡ τῶνδε τῶν ἀνδρῶν ἀρετὴ τῆς Ἑλλάδος ἦν ψ. D. 60.23; οἷον ψ. ὁ μῦθος τῆς τραγῳδίας Arist. Po. 1450a38; also of the spirit of an author, D.H. Lys. 11.
Philosophical uses:
In the early physicists, of the primary substance, the source of life and consciousness, ὁρίζονται πάντες (sc. οἱ πρότεροι) τὴν ψ. τρισίν, κινήσει, αἰσθήσει, τῷ ἀσωμάτῳ Arist. de An. 405b11; τὸν λίθον ἔφη [Θαλῆς] ψ. ἔχειν ὅτι τὸν σίδηρον κινεῖ, of the magnet, ib. 405a20; ψυχῇσιν θάνατος ὕδωρ γενέσθαι, ὕδατι δὲ θάνατος γῆν γενέσθαι, ἐκ γῆς δὲ ὕδωρ γίνεται, ἐξ ὕδατος δὲ ψ. (sc. πῦρ) Heraclit. 36; ἡ ψ. πνεῦμα Xenoph. ap. D.L. 9.19; καρδία ψυχῆς καὶ αἰσθήσιος [ἀρχά] Philol. 13; τοῦτο [ἀὴρ] αὐτοῖς κα
the spirit of the universe, ψ. εἰς τὸ μέσον [τοῦ κόσμου] θείς Pl. Ti. 34b, cf. 30b; τὴν τοῦ παντὸς δῆλον ὅτι τοιαύτην εἶναι βούλεται [ὁ Τίμαιος] οἷόν ποτʼ ἐστὶν ὁ καλούμενος νοῦς Arist. de An. 407a3; ἐν τῷ ὅλῳ τινὲς [τὴν ψ.] μεμεῖχθαί φασιν, ὅθεν ἴσως καὶ Θαλῆς ᾠήθη πάντα πλήρη θεῶν εἶναι ib. 411a8; ὁ κόσμος ψ. ἐστὶν ἑαυτοῦ καὶ ἡγεμονικόν Chrysipp.Stoic. 2.186; ψ. [κόσμου] Plu. An.procr. 2.1013e, cf. M.Ant. 4.40; ψ. ἐλθοῦσα εἰς σῶμα οὐρανοῦ Plot. 5.1.2; τόδε τὸ πᾶν ψ. μίαν ἔχον εἰς πάντα αὐτοῦ μ
In Pl. the immaterial principle of movement and life, ὅταν παρῇ [ψυχὴ] τῷ σώματι, αἴτιόν ἐστι τοῦ ζῆν αὐτῷ Pl. Cra. 399d, cf. Def. 411c; [ψυχῆς λόγον ἔχομεν] τὴν δυναμένην αὐτὴν αὑτὴν κινεῖν κίνησιν Id. Lg. 896a; μεταβολῆς τε καὶ κινήσεως ἁπάσης αἰτία [ἡ ψ.] ἅπασιν ib. b, cf. 892c; its presence is requisite for thought, σοφία καὶ νοῦς ἄνευ ψ. οὐκ ἂν γενοίσθην Id. Phlb. 30c, cf. Ti. 30b, Sph. 249a; defined by Arist. as οὐσία ὡς εἶδος σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος de An. 412a20; ἐντελέχεια
butterfly or moth, Arist. HA 551a14, Thphr. HP 2.4.4, Plu. QConv. 2.636c.
τριπόλιον, Ps.-Dsc. 4.132.
Psyche, in the allegory of Psyche and Eros, Apul. Metam. bks. 4-6, Aristophontes ap. Fulg. Myth. 3.6. (See ancient speculations on the derivation, Pl. Cra. 399d-400a, Arist. de An. 405b29, Chrysipp.Stoic. 2.222; Hom. usage gives little support to the derivation from ψύχω ‘blow, breatheʼ; τὸν δὲ λίπε ψ. Il. 5.696 means ‘his spirit left his body’, and so λειποψυχέω means ‘swoon’, not ‘become breathlessʼ; ἀπὸ δὲ ψ. ἐκάπυσσε Il. 22.467 means ‘she gasped out her spirit’, viz. ‘swoonedʼ; the resemblan
Authoritative full text: https://logeion.uchicago.edu/