appearing, appearance, = τὸ φαίνεσθαι, πάντες ἐφίενται τοῦ φαινομένου ἀγαθοῦ, τῆς δὲ φ. οὐ κύριοι do not control the appearing, Arist. EN 1114a32; usu. with less verbal force, appearance, presentation to consciousness, whether immediate or in memory, whether true or illusory, φαίνεται μὲν ὁ ἥλιος ποδιαῖος, ἀντίφησι δὲ πολλάκις ἕτερόν τι πρὸς τὴν φ. Id. Insomn. 460b19; ἡ τοῦ γάλακτος φ. the appearance of the milky way, Id. Mete. 339a35; ἡ τοῦ προσώπου φ. Phld. Acad.Ind. p.50 M.; esp. of visual im
less scientifically, appearance, ἐμποιοῦντα τὴν φ. (sc. τοῦ ἐλέγχειν) Id. SE 165b25; τὸ παράδοξον τῆς τῶν ζῴων φ. Plb. 3.53.8, cf. 5.48.9, App. BC 4.102, Hann. 15; κατὰ τὴν πρώτην φ. Plb. 11.27.7; συναύξειν τὴν φ. [τῆς νίκης] Id. 16.8.3; δουλεύοντες τῇ τῶν ἐκτὸς φ. Id. 30.19.4; φ. ποιεῖν καὶ προσδοκίαν Id. 18.10.7, cf. 14.2.4; ζῷα . . μέχρι φ. φαινόμενα (in a conjuring trick) Cels. ap. Origenes Cels. 1.68; κατὰ τὴν πρόχειρον οὑτωσὶ φ. Gal. 6.105, cf. 15.17,115, 19.206; τῶν ἀπεπτούντων ἐνίοις φ.
imagination, i.e. the re-presentation of appearances or images, primarily derived from sensation (cf. αἴσθησις II), ὅταν μὴ καθʼ αὑτὸ ἀλλὰ διʼ αἰσθήσεως παρῇ τινι τὸ τοιοῦτον αὖ πάθος (sc. δόξα) ἆρʼ οἷόν τε ὀρθῶς εἰπεῖν ἕτερόν τι πλὴν φ.; . . φαίνεται δὲ ὃ λέγομεν (i.e. φαντασία) σύμμειξις αἰσθήσεως καὶ δόξης Pl. Sph. 264a, 264b; οὐδὲ δόξα μετʼ αἰσθήσεως οὐδὲ διʼ αἰσθήσεως οὐδὲ συμπλοκὴ δόξης καὶ αἰσθήσεως φ. ἂν εἴη Arist. de An. 428a26; ἡ φ. καθʼ ἣν λέγομεν φάντασμά τι ἡμῖν γίγνεσθαι ib. 428a1;
in Aristotle, faculty of imagination, both presentative and representative, opp. αἴσθησις, [φ.] οὐκ ἔστιν αἴσθησις Arist. de An. 428a5; opp. δόξα, because πίστις is absent, ib. 22, 24; opp. ἐπιστήμη, νοῦς, διάνοια, οὐδὲ [φ.] τῶν ἀεὶ ἀληθευόντων οὐδεμία ἔσται, οἷον ἐπιστήμη ἢ νοῦς ib. 428a17; φ. ἕτερον καὶ αἰσθήσεως καὶ διανοίας· αὐτή τε οὐ γίγνεται ἄνευ αἰσθήσεως καὶ ἄνευ ταύτης οὐκ ἔστιν ὑπόληψις ib. 427b14; φ. γίνεται ἢ διὰ νοήσεως ἢ διʼ αἰσθήσεως Id. MA 702a19; ὀρεκτικὸν [τὸ ζῷον] οὐκ ἄνευ φ.
creative imagination, φ. σοφωτέρα μιμήσεως δημιουργός Philostr. VA 6.19.
the use of imagery in literature, τεθορύβηται ταῖς φ. μᾶλλον ἢ δεδείνωται Longin. 3.1; ἡ ῥητορικὴ φ. Id. 15.2; ἀπὸ τοῦ ἀποδεικτικοῦ περιελκόμεθα εἰς τὸ κατὰ φαντασίαν ἐκπληκτικόν Id. 15.11; αἱ ποιητικαὶ φ. Plu. Amat. 2.759c; ἐς τὰς φ. τῶν λεγομένων τῷ σχήματι τοῦ σώματος συνεφέροντο App. Pun. 134, cf. Hisp. 26, Syr. 40.
prestige, reputation, μεγάλην ἐφείλκετο φ. ὡς μόνος εἰδὼς τί λέγει Plb. 22.9.12, cf. 24.7.2, 24.11.5, Fr. 233; ἐκ τοῦ τοὺς ἄλλους ἐλέγχειν φ. ἀπενέγκασθαι προαιρούμενος Hipparch. 1.1.6; parade, ostentation, ποιέειν μηδὲν περιέργως μηδὲ μετὰ φαντασίης Hp. Decent. 7, cf. Plb. 15.25.22, 16.21.1, 31.26.6, Posidon. 36 J., D.S. 12.83, Vett.Val. 38.26, al.; ἡ ἐφήμερος τῆς ἀρχῆς φ. Sopat. ap. Stob. 4.5.55; μετὰ πολλῆς φ. Act.Ap. 25.23, cf. D.L. 4.53.