LOGOI

Browse by letter

κ Kappa

10,387 lemmas · showing 3,201–3,400 · page 17 of 52

καταφθορά kataphthora κατα-φῠγᾶς kataphugas κατα-φῠγή kataphuge κατα-φυγγάνω kataphuggano κατα-φύγιον kataphugion καταφυλαδόν kataphuladon καταφῠλάσσω kataphulasso καταφυλλοροέω kataphulloroeo κατάφυλλος kataphullos καταφύω kataphuo καταφῡσάω kataphusao κατάφῠσις kataphusis καταφῠτ-εία kataphuteia καταφῠτ-εύω kataphuteuo καταφῠτ-ευσις kataphuteusis καταφύτευσις kataphuteusis κατάφῠτ-ος kataphutos καταφύξει· kataphuxei καταφύξιμος kataphuximos καταπῑαίνω katapiaino κατα-πίεσις katapiesis κατα-πῐέζω katapiezo κατάπικρος katapikros καταπῑλέω katapileo καταπῑμελ-ής katapimeles καταπῑμελ-ος katapimelos καταπίμπλημι katapimplemi καταπίμπρημι katapimpremi καταπίνω katapino καταπιπράσκω katapiprasko καταπίπτω katapipto καταπισσόω katapissoo καταπιστ-εύω katapisteuo καταπιστ-ευτέον katapisteuteon καταπιστ-όομαι katapistoomai καταπίστ-ωσις katapistosis καταπῐθᾰνεύομαι katapithaneuomai καταπιττόω katapittoo καταπλᾰγής kataplages καταπλᾰκών kataplakon καταπλᾰνάω kataplanao κατά-πλᾰσις kataplasis κατά-πλασμα kataplasma κατα-πλασμάτιον kataplasmation κατα-πλασμός kataplasmos κατα-πλάσσω kataplasso κατα-πλαστέον kataplasteon κατα-πλάστης kataplastes κατα-πλαστός kataplastos κατα-πλαστύς kataplastus καταπλᾰτύνω kataplatuno κατα-πλᾰτύς kataplatus κατα-πληγία kataplegia κατα-πληγμός kataplegmos κατα-πλήγνυμι kataplegnumi καταπλέκω katapleko κατα-πληκτέον kataplekteon κατα-πληκτικός kataplektikos κατά-πληκτος kataplektos καταπλέω katapleo καταπλεονεκτέω katapleonekteo κατάπλεος katapleos καταπλήσσω kataplesso κατα-πλήξ kataplex κατά-πληξις kataplexis καταπλίσσομαι kataplissomai καταπλοκή kataploke κατα-πλώω kataploo κατάπλοος kataploos κατά-πλωσις kataplosis καταπλουτίζω kataploutizo καταπλουτομᾰχέω kataploutomacheo κατα-πλύνω katapluno κατα-πλυντηρίζω kataplunterizo κατά-πλῠσις kataplusis καταπνέω katapneo κατα-πνίγω katapnigo κατά-πνιξις katapnixis κατα-πνοή katapnoe κατά-πνοος katapnoos κατ-αποχή katapoche καταποδίζω katapodizo καταπώγων katapogon καταποιέω katapoieo καταποικίλλω katapoikillo καταπολεμ-έω katapolemeo καταπολέμ-ησις katapolemesis καταπωλέω katapoleo καταπολεύω katapoleuo καταπολιός katapolios καταπολῑτεύομαι katapoliteuomai κατάπομα katapoma καταπωμάζω katapomazo καταπομπ-ή katapompe καταπομπ-εύω katapompeuo καταπομπ-ός katapompos καταπον-έω kataponeo καταπόν-ησις kataponesis καταπονεύω kataponeuo κατάπον-ος kataponos καταποντ-ισμός katapontismos καταποντ-ιστής katapontistes καταποντ-ίζω katapontizo καταποντ-όω katapontoo κατ-αποφαίνομαι katapophainomai κατ-απορέω kataporeo καταπορεύομαι kataporeuomai καταπορίζω kataporizo καταπορν-εύω kataporneuo καταπόρν-ευσις kataporneusis καταπορνοκοπέω katapornokopeo καταπόρφῠρος kataporphuros καταπορθέω kataportheo καταπορθμίας kataporthmias καταπόσια kataposia κατάποσις kataposis κατ-αποστέλλω katapostello καταποτάομαι katapotaomai κατα-πότης katapotes καταπόθρα katapothra κατά-ποτον katapoton καταπραγμᾰτεύω katapragmateuo καταπραιδεύω katapraideuo καταπρακτικός katapraktikos καταπρᾱνής katapranes καταπράσσω kataprasso καταπρᾱτικόν katapratikon καταπρᾱΰν-ω kataprauno καταπραύνω kataprauno καταπρᾱΰν-σις katapraunsis κατάπραξις katapraxis κατάπρεμνος katapremnos καταπρηνής kataprenes καταπρην-ίζω kataprenizo καταπρην-όω kataprenoo καταπρεσβεύω katapresbeuo κατα-πρίω kataprio κατά-πριστος katapristos καταπρο-βάλλω kataproballo καταπροχέω kataprocheo καταπρο-δίδωμι kataprodidomi καταπρο-ΐεμαι kataproiemai καταπροίημι kataproiemi καταπροΐξομαι kataproixomai καταπροίξομαι kataproixomai κατάπρωκτος kataproktos καταπρολείπω kataproleipo καταπρονομεύω katapronomeuo κατάπροσθεν kataprosthen καταπροτείνομαι kataproteinomai καταπροτερέω kataprotereo καταπρο-θῡμέομαι kataprothumeomai καταψαίρουσι· katapsairousi καταψακάζω katapsakazo καταψάλλω katapsallo καταψάω katapsao κατάψᾱσις katapsasis καταψήχω katapsecho καταψεκ-άζω katapsekazo καταψηλᾰφάω katapselaphao καταψελλίζομαι katapsellizomai καταψήφ-ῐσις katapsephisis καταψηφ-ιστέον katapsephisteon καταψηφιστέος katapsephisteos καταψηφ-ίζομαι katapsephizomai καταψέφω katapsepho κατάψησις katapsesis κατα-ψεύδομαι katapseudomai κατα-ψευδομαρτῠρέω katapseudomartureo κατά-ψευσις katapseusis κατά-ψευσμα katapseusma κατα-ψευσμός katapseusmos κατα-ψεύστης katapseustes καταψῑλόω katapsiloo καταψίω katapsio καταψῐθῠρίζω katapsithurizo καταψοφέω katapsopheo κατα-ψύχω katapsucho κατά-ψῡχος katapsuchos κατα-ψυχραίνω katapsuchraino κατά-ψυχρος katapsuchros κατα-ψυκτικός katapsuktikos κατά-ψυξις katapsuxis καταπτερ-όω katapteroo κατάπτερ-ος katapteros καταπτήσομαι kataptesomai καταπτήσσω kataptesso καταπτίσσω kataptisso καταπτωχεύω kataptocheuo καταπτοέω kataptoeo κατά-πτωμα kataptoma κατά-πτωσις kataptosis καταπτώσσω kataptosso καταπτωτικός kataptotikos καταπτῠχής kataptuches καταπτύω kataptuo καταπτύρομαι katapturomai κατάπτυσμα kataptusma κατάπτυστος kataptustos καταπύει· katapuei